σαβούρα

η, ΝΜΑ
έρμα πλοίου, δηλ. πρόσθετο βάρος για τη διατήρηση τής σταθερότητάς του
/ νεοελλ.
1. έρμα αεροστάτου
2. (μτφ. α) πράγμα άχρηστο που δεν έχει καμία αξία, απόριμμα
β) (υποτιμητικά) άνθρωπος κατώτερης κοινωνικής τάξης
3. φρ. «σαβούρα θέλει το καράβι» — το στομάχι χρειάζεται τροφή
νεοελλ.-μσν.
μτφ. τροφή κακής ποιότητας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. saburra «έρμα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαβούρα — η (λ. λατ.) 1. βάρος που προστίθεται στα πλοία για την αύξηση της ευστάθειάς τους, έρμα. 2. απορρίμματα, άχρηστα πράγματα: Πούλησε τα καλά πράγματα και του έμεινε η σαβούρα. 3. μτφ., κατώτατα κοινωνικά στρώματα: Μαζεύτηκε στο γάμο τους όλη η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαβούρα — [савура] ουσ. Θ. ворох, груда хлама …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σάβουρα — σάβουρος without ballast neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεσαβουριάζω — ξεσαβούριασα, ξεσαβουριάστηκα, ξεσαβουριασμένος, και ξεσαβουρώνω ξεσαβούρωσα, ξεσαβουρώθηκα ξεσαβουρωμένος 1. μτβ., για πλοίο, αφαιρώ τη σαβούρα, πετώ το έρμα του, αφερματίζω. 2. αμτβ., αφαιρώ τη σαβούρα μου, πετώ το έρμα μου: Το καράβι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεσαβουρώνω — και ξεσαβουριάζω 1. αφαιρώ τη σαβούρα, το έρμα από το πλοίο, αφερματίζω 2. αποβάλλω τη σαβούρα, το έρμα («το πλοίο ξεσαβουρώνει») 3. απαλλάσσω κάτι από καθετί το άχρηστο, από περιττό φορτίο, καθαρίζω 4. απαλλάσσομαι από ένα βάρος ή από περιττό… …   Dictionary of Greek

  • σαβουράδικο — το, Ν ερματοφόρο πλοίο, πλοίο που μεταφέρει σαβούρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαβούρα + κατάλ. άδικο (πρβλ. γκαζ άδικο, ψαρ άδικο)] …   Dictionary of Greek

  • σαβουρώνω — Ν [σαβούρα] 1. βάζω σαβούρα στο πλοίο, τοποθετώ έρμα, ερματίζω 2. μτφ. γεμίζω το στομάχι μου με τροφή, περιδρομιάζω, τρώγω κατά κόρον …   Dictionary of Greek

  • саур — груз, балласт , донск. (Миртов). Через тур. sabura, safra (Радлов 4, 423) или нов. греч. σαβοῦρα, ит. savorra от лат. saburra – то же; см Г. Майер, Türk. Stud. 84; Alb. Wb. 420; М. Любке 619 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Griechische Inseln — Zu Griechenland gehören mehr als 3.000 Inseln, von denen jedoch nur 78 mehr als 100 Einwohner haben. Die wichtigsten Inseln sind: Inhaltsverzeichnis 1 Inseln im Ionischen Meer 1.1 Ionische Inseln 1.1.1 Diapontische Inseln (Διαπόντια νησιά) 1.1.2 …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der griechischen Inseln — Zu Griechenland gehören mehr als 3.000 Inseln, von denen jedoch nur 78 mehr als 100 Einwohner haben. Die wichtigsten Inseln sind: Inhaltsverzeichnis 1 Inseln im Ionischen Meer 1.1 Ionische Inseln 1.1.1 Diapontische Inseln (Διαπόντια νησιά) 1.1.2 …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.